Γιατί συγκρίνω συνέχεια τη ζωή μου με των άλλων;

Η σύγκριση είναι ένα γνώριμο βίωμα. Μπορεί να συμβεί οπουδήποτε: στη δουλειά, στις φιλίες, στην οικογένεια. Μια κουβέντα, μια εικόνα, μια επιτυχία κάποιου άλλου αρκεί για να ανάψει μέσα μας η φωνή: «Κοίτα πού έφτασε εκείνος… κι εσύ;».
Κι εκεί, μαζί με την απορία, ξυπνάει ένα βαρύ συναίσθημα κατωτερότητας, καμιά φορά και φθόνου. Δεν είναι ευχάριστα συναισθήματα· γι’ αυτό συχνά τα απορρίπτουμε. Όμως, αν τα κοιτάξουμε πιο τρυφερά, ίσως δούμε ότι πίσω τους κρύβεται μια βαθύτερη ανάγκη: η λαχτάρα να νιώσουμε ότι αξίζουμε, ότι η δική μας ζωή έχει χώρο και νόημα.

 

Οι ρίζες της κατωτερότητας και του φθόνου

Από τη βρεφική μας ηλικία, η αίσθηση της αξίας μας διαμορφώνεται μέσα από τα μάτια των άλλων. Όταν το χαμόγελο της μητέρας ή του πατέρα συνδέθηκε με το ότι «κάναμε κάτι σωστά», μάθαμε ότι η αγάπη κερδίζεται. Κι όταν το βλέμμα τους σκοτείνιαζε στην αποτυχία μας, μάθαμε ότι η αποδοχή μπορεί να χαθεί.
Έτσι, το εσωτερικό μας τοπίο γέμισε με την πεποίθηση ότι για να αξίζουμε, πρέπει να αποδεικνυόμαστε.

Ο φθόνος, μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι απλώς ζήλια ή κακία. Είναι η πληγή που γεννιέται όταν βλέπουμε στον άλλον κάτι που λαχταράμε κι εμείς. Ο φθόνος είναι μια μορφή αγάπης που πονάει: «θα ήθελα να έχω κι εγώ αυτό που σε γεμίζει». Αντί να το δούμε ως εχθρό, μπορούμε να το ακούσουμε σαν μήνυμα: ότι βαθιά μέσα μας υπάρχει ένα παιδί που φοβάται μήπως δεν αγαπηθεί αρκετά.

 

Οι πυρηνικές πεποιθήσεις που χρωματίζουν τον κόσμο

Η σύγκριση συχνά ενεργοποιεί βαθύτερες, σχεδόν αυτόματες πεποιθήσεις για τον εαυτό μας:

  • «Δεν είμαι αρκετός».
  • «Η αξία μου εξαρτάται από την επιτυχία».
  • «Για να αγαπηθώ, πρέπει να ξεχωρίζω».

Αυτές οι πεποιθήσεις λειτουργούν σαν φακοί. Όταν κοιτάμε τον κόσμο μέσα από αυτούς, η κάθε χαρά ή επιτυχία του άλλου γίνεται υπενθύμιση της δικής μας «αδυναμίας». Δεν βλέπουμε απλώς τι έχει ο άλλος· βλέπουμε ταυτόχρονα τι νομίζουμε ότι μας λείπει.
Γι’ αυτό και η σύγκριση συχνά μας αφήνει άδειους, όχι επειδή ο άλλος «πήρε κάτι από εμάς», αλλά επειδή αναδύεται η εσωτερική μας βεβαιότητα ότι δεν θα είμαστε ποτέ αρκετοί.

 

Η αγωνία του νοήματος

Η σύγκριση δεν σταματά στην επιφάνεια· ακουμπά τον βαθύτερο υπαρξιακό μας φόβο: μήπως η ζωή μας δεν έχει αρκετό νόημα. Όταν βλέπουμε τον άλλον να προχωρά, να χαίρεται, να δημιουργεί, κάτι μέσα μας ψιθυρίζει: «Κι εγώ; Τι κάνω;».
Δεν είναι μόνο θέμα πρακτικό· είναι θέμα ταυτότητας. Αν εκείνος φαίνεται γεμάτος, μήπως αυτό σημαίνει ότι η δική μου ζωή είναι άδεια;

Η σύγκριση, λοιπόν, γίνεται ένας τρόπος να παλέψουμε με το κενό. Σαν να λέμε στον εαυτό μας: «Αν δεν φτάσω κι εγώ εκεί, τότε ποιος είμαι;». Κι έτσι, αντί να βρούμε το προσωπικό μας νόημα, εγκλωβιζόμαστε σε έναν ατέρμονα αγώνα να μετρηθούμε με τα μέτρα των άλλων.

 

Η κουλτούρα της σύγκρισης

Δεν ζούμε στο κενό. Από την οικογένεια, το σχολείο, ως και την κοινωνία γενικότερα, μεγαλώνουμε μέσα σε μια κουλτούρα που ενισχύει τη σύγκριση: ποιος τα πήγε καλύτερα στις εξετάσεις, ποιος έκανε πιο «σωστή» καριέρα, ποιος έχει την πιο «αρμονική» οικογένεια.
Αυτά τα μηνύματα τα εσωτερικεύουμε, και ακόμα κι αν φύγουμε από το σπίτι μας, συνεχίζουμε να κουβαλάμε μέσα μας την απαίτηση: «δεν αρκεί να είσαι καλά· πρέπει να είσαι καλύτερος».
Η σύγκριση, λοιπόν, δεν είναι απλώς προσωπική αδυναμία. Είναι και κοινωνικό αποτύπωμα που χρειάζεται να αναγνωρίσουμε για να το αποδυναμώσουμε.

 

Σύνθεση & Κλείσιμο

Η σύγκριση δεν είναι κάτι που πρέπει να διώξουμε από τη ζωή μας με τη βία. Είναι ανθρώπινη, και πολλές φορές φέρνει στο φως τις πιο κρυφές μας ανάγκες. Αντί να την πολεμάμε, μπορούμε να τη μετατρέψουμε σε πυξίδα: να δούμε τι είναι αυτό που θαυμάζουμε στους άλλους και να το αναγνωρίσουμε ως δική μας επιθυμία.
Η κατωτερότητα και ο φθόνος δεν είναι η αλήθεια μας· είναι σκιές που δείχνουν πού θέλουμε να στραφούμε. Κι αν τα κοιτάξουμε με αγάπη, μπορούν να μας οδηγήσουν πιο κοντά στον εαυτό μας, όχι πιο μακριά.

Ίσως λοιπόν η πραγματική ερώτηση δεν είναι «πώς να σταματήσω να συγκρίνομαι», αλλά:
«Πώς μπορώ να μετατρέψω τη σύγκριση από πληγή κατωτερότητας σε μονοπάτι αγάπης για τον εαυτό μου;»